ερεικτός

ἐρεικτός και ἐρικτός, -ή, -όν (Α) [ερείκω]
1. (για όσπρια) ο χονδραλεσμένος, ο χονδροκοπανισμένος
2. (το ουδ. συνήθ. στον πληθ.) τὸ ἐρ(ει)κτὸν και τὰ ἐρ(ε)ικτά
το χονδραλεσμένο σιτάρι, το πλιγούρι.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐρεικτά — ἐρεικτός bruised neut nom/voc/acc pl ἐρεικτά̱ , ἐρεικτός bruised fem nom/voc/acc dual ἐρεικτά̱ , ἐρεικτός bruised fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεικτῶν — ἐρεικτός bruised fem gen pl ἐρεικτός bruised masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεικτόν — ἐρεικτός bruised masc acc sg ἐρεικτός bruised neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεικτούς — ἐρεικτός bruised masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρεικτήν — ἐρεικτός bruised fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατερικτός — και δ. γρφ. κατερεικτός, ή, όν (Α) 1. (για όσπρια) κοπανισμένος, αλεσμένος 2. (κατά τον Ησύχ.) «κατερικτά... οί δέ κατερρωγότα ιμάτια». [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ἐρικτός / ἐρεικτός (< ἐρείκω «κοπανίζω»)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.